έντοκος

έντοκος
-η, -ο (Α ἔντοκος, -ον)
αυτός που αποφέρει τόκο («έντοκο γραμμάτιο»)
αρχ.
(για γυναίκα) αυτή που μόλις γέννησε.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • έντοκος — η, ο επίρρ. α που αποφέρει τόκο, που γίνεται με σκοπό την είσπραξη τόκου: Έντοκη κατάθεση …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ἔντοκον — ἔντοκος with young masc/fem acc sg ἔντοκος with young neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἐντόκων — ἔντοκος with young masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἔντοκα — ἔντοκος with young neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • τοκοφόρος, -α — ο αυτός που αποφέρει τόκο, έντοκος: Τοκοφόρο δάνειο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”